δεσμῶτις

δεσμῶτις
δεσμώτης
prisoner
fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

См. также в других словарях:

  • δεσμώτης — ο (θηλ. δεσμώτις, η) (AM δεσμώτης, ο θηλ. δεσμῶτις, η) φυλακισμένος νεοελλ. αυτός που επηρεάζεται απόλυτα από κάποιον ή κάτι, δέσμιος («δεσμώτης τού έρωτα»). [ΕΤΥΜΟΛ. Τα δεσμώτης, δεσμωτήριον, δέσμωμα είναι παράγωγα τού δεσμός*, παρεκτεταμένα με… …   Dictionary of Greek

  • Euripide — Statuette d Euripide assis avec la liste de ses œuvres, IIe siècle ap. J. C., musée du Louvre …   Wikipédia en Français

  • Beoto — Saltar a navegación, búsqueda Beoto (en griego antiguo Βοιωτός, Boiôtos) es un personaje de la mitología griega, considerado el antepasado epónimo de los beocios. Era hijo de Poseidón y de Arne, también llamada Melanipa, y hermano gemelo de Eolo …   Wikipedia Español


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»